Στο πλαίσιο του μαθήματος "Εισαγωγή στους κώδικες του θεάτρου: θεωρία και πράξη", το οποίο θα διδάσκεται από μια μεγάλη προσωπικότητα του ελληνικού θεάτρου, το σκηνοθέτη Τάκη Τζαμαργιά, θα κληθώ να ετοιμάσω κάποιες εργασίες.
Η πρώτη από αυτές, είναι η δημιουργία ενός δραματικού κειμένου, με θέμα "Ένα αντικείμενο μιλάει για εμάς" και η συγγραφή του ήταν ατομική και ολοκληρώθηκε το Σάββατο 09 Μαρτίου 2013 από εμένα.
«Ωχ, τι γίνεται εδώ; Γιατί με πιάνει αυτή; Ώπα ώπα! Πού
με βάζει; Τι σακουλάκι είναι αυτό; Εεε, βγάλτε με έξω! Μα τι γίνεται; Τι κραδασμοί
είναι αυτοί; Πού με πάνε; Πω πω! Και τι κρύο είναι αυτό ξαφνικά; Μπρρρρ! Ωραία!
Με βγάζουν από τη σακούλα αλλά έχει τόσο κρύο, ίσως να ήταν καλύτερα μέσα!
Χμμμμ, ποια είναι αυτή; Καινούρια είναι. Τι κάνει εκεί; Ανοίγει το κούμπωμά
μου. Λες να με φορέσει; Μακάρι να με φορέσει! Χα! Με κουρδίζει! Τι ωραία!
Γαργαλιέμαι λίγο. Με φόρεσε στο λαιμό της! Τι όμορφα! Άκου πώς χτυπάει η καρδιά
της. Πόσα χρόνια είχα να ακούσω καρδιά! Πω πω τι ωραία που είναι εδώ. Ω! Βλέπω
το χιόνι από εδώ πάνω! Δεν είχα δει ποτέ χιόνι! Και τι ζεστά που είναι στο
λαιμό της.»
Έτσι έγιναν όλα, αγαπητό φουλάρι, οπότε δεν ξέρω πώς
ένιωσες εσύ τώρα που σε τύλιξε γύρω από το λαιμό της, αλλά εμένα ήταν σαν να με
έσωσε. Έντεκα χρόνια ήμουν κρεμασμένο από ένα καρφάκι και περίμενα να με δει
κάποιος, αλλά ήμουν τόσο μικρό και ασήμαντο μέσα στο παλαιοπωλείο, που κανένας
δε με κοίταζε. Τα μεγάλα αντικείμενα δε μου έδιναν σημασία και δε μου μίλαγαν
καν. Άσε που ήμουν ακούρδιστο τόσο καιρό... Δείκτες είχα και μιλιά δεν είχα!
Τέλος πάντων, καλή παρέα μου φαίνεσαι εσύ. Ζεστούλα σε κόβω. Είσαι και μωβ, το
χρώμα που αρέσει πολύ στη Χριστίνα. Λοιπόν, κάτσε να σου πω τι γίνεται με τη
Μεγάλη, να ξέρεις κι εσύ. Γενικότερα, μας αγαπάει πολύ. Όλα της τα πράγματα τα
αγαπάει. Το καλό με αυτό, είναι ότι δε θα μας πετάξει σε μια γωνίτσα ποτέ. Δε
μαζεύει κι άλλους σαν εμάς, αν τα πάτε καλά, οπότε έχε το νου σου σε αυτό.
Σκέψου, ότι εμένα δε με βγάζει από το λαιμό της σχεδόν ποτέ, αν και μερικές
φορές αποκοιμιέμαι και οι χτύποι μου κάνουν μικρές αρρυθμίες. Χάνω πού και πού
την ώρα και πρέπει να με ξανακουρδίζει, αλλά αυτή δε με μαλώνει και δε φωνάζει.
Απλώνει τα δάχτυλα της και με κουρδίζει γρήγορα-γρήγορα και τότε εγώ
γαργαλιέμαι και ξαναρχίζω να δουλεύω σωστά. Με καθαρίζει συχνά και γυαλίζει το
τζαμάκι μου προσεχτικά, μη με σπάσει.
Συνήθως, είναι ήρεμο άτομο, αν και τα τελευταία δύο-τρία
χρόνια έχει πολύ άγχος με τη δουλειά της και κάτι που το λέει σχολή. Όταν είναι
να πάει εκεί, με κρεμάει βιαστικά στο λαιμό της και φεύγει έξω στο κρύο. Από
εκείνη τη στιγμή, μέχρι την ώρα που θα φτάσει στο προορισμό μας, ανοιγοκλείνει
βιαστικά και σχεδόν αμήχανα το πορτάκι μου, τόσο πολύ που εγώ ζαλίζομαι. Μια
φορά είχε φαγωθεί το κούμπωμα που είχα σε εκείνο το σημείο και έπρεπε να με
πάει σε έναν κύριο με μεγάλο μουστάκι να μου το φτιάξει.
Γενικότερα, είναι γεμάτη άγχος, γι αυτό, όταν σε τυλίγει
γύρω από το λαιμό της, φρόντισε να μην ξετυλίγεσαι και να μη σέρνεσαι κάτω. Η
Χριστίνα είναι άνθρωπος οργανωτικός και δεν της αρέσει καθόλου να πηγαίνουν τα
πράγματα διαφορετικά από αυτό που είχε σχεδιάσει. Όπως τότε, που σου είπα ότι
με είχε πάει στον κύριο με το μουστάκι και έπρεπε να βρει κάποιον να της λέει
την ώρα για λίγες μέρες. Η αλήθεια είναι ότι είχα αγχωθεί, μήπως και με
αντικαθιστούσε με εκείνο το παλιοκινητό, αλλά ευτυχώς δεν της αρέσει η μεγάλη
«έκρηξη της τεχνολογίας», όπως λέει κάθε φορά που ο πατέρας της την ρωτάει
γιατί επιμένει να κρεμάει εμένα στο λαιμό της, που θέλω συνέχεια κούρδισμα. Αυτός
έχει αναλογικό ρολόι και ένα κάρο μαραφέτια που ούτε ξέρω τι κάνουν, αλλά η
Χριστίνα δε φαίνεται να τους δίνει σημασία.
Μερικές φορές, όταν κάθεται στο γραφείο της, ή στο
τραπέζι για φαγητό, με χτυπάει λίγο στην άκρη, κατά λάθος και μετά με παίρνει
και με ρίχνει μέσα από την μπλούζα της για να μη με ξαναπονέσει. Νομίζω ότι
είναι αρκετά ευαίσθητη, γιατί την έχω δει πολλές φορές να σκέφτεται και να
στεναχωριέται και τότε, σταματάω για λίγο να χτυπάω και ακούω την καρδιά της
που χτυπάει πιο αργά και σχεδόν με νανουρίζει.
Εσύ, φουλάρι το γνώρισες το αμάξι της ή δεν πρόλαβες;
Τέλος πάντων, η Χριστίνα έχει ένα αμάξι άσπρο και παλιό. Δεν ξέρω αν ήταν πάντα
άσπρο, ή αν «άσπρισε όταν γέρασε», όπως λέει η μητέρα της Χριστίνας, αλλά έχει
πολύ πλάκα και η ίδια το αγαπάει πολύ και δε θέλει να το αποχωριστεί. Στο είπα,
ότι δένεται με τα πράγματά της. Δε μας βλέπει σαν τους άλλους, που μόλις δουν
κάτι καινούριο μας παρατάνε.
Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Τα πρωινά θα δένεσαι γύρω από
το λαιμό της και θα ζεσταίνεις αυτήν και εμένα. Εκείνη είναι η πιο δύσκολη
στιγμή της ημέρας για τη Χριστίνα. Πρέπει να κάνει ολόκληρο ταξίδι για να πάει
να κάνει τις δουλειές της. Μετά, μπαίνει σε ένα παλιό κτίριο που το λέει
«Σχολή» και κάθεται σε κάτι μικρά τραπέζια και ακούει κάποιους άλλους ανθρώπους
να μιλάνε. Μερικές φορές, κάθομαι κι εγώ ξύπνιο και ακούω τι λένε. Μιλάνε συχνά
για τα παιδιά και πώς θα μπορέσουν να τους μάθουν διάφορα πράγματα και μ’αρέσει
να τα ακούω κι εγώ όλα αυτά. Όταν είναι εκεί δεν μας δίνει και πολύ σημασία.
Τότε ασχολείται κυρίως, με το μολύβι της και πολύ σπάνια ρίχνει και μια κλεφτή
ματιά σε μένα, να βεβαιωθεί ότι θα τα προλάβει όλα.
Μετά φεύγει από τη «Σχολή» και πάει σε ένα άλλο μεγάλο
κτίριο, τη «Δουλειά». Όταν πάει εκεί, δε μ’αρέσει καθόλου γιατί με ξεχνάει
τελείως. Έχουν κάτι σαν «κουδούνι» για να τους θυμίζει την ώρα και δε με χρειάζεται.Μάλιστα
στα παιδιά εκεί, μιλάει με κάτι λόγια που εγώ δεν καταλαβαίνω αλλά άκουσα οτι
τα λένε αγγλικά.Πάντως μετά από αρκετές ώρες με κοιτάει λίγο και ξέρω ότι
πλησιάζει η ώρα να φύγουμε. Πάντα μου ρίχνει μια ματιά προς το τέλος της
δουλειάς.
Στο τέλος της ημέρας, η Χριστίνα μπορεί να πάει στο σπίτι,
που είναι ωραία-ζεστά δεν θα μπορούσα να το πω- γιατί ξαπλώνουμε στον καναπέ
και βλέπουμε ταινίες μαζί, ή μπορεί να βγει έξω με τους φίλους της, πράγμα που
δε μ’αρέσει πολύ γιατί έχει φασαρία και πολύ κόσμο που πέφτει πάνω μας. Ξέρω
ότι αυτό εκνευρίζει και τη Χριστίνα και εμένα.
Από την άλλη, υπάρχουν και οι νύχτες, που η Μεγάλη έχει
«διάβασμα». Εκεί, δεν ξέρω τι γίνεται. Μερικές φορές έχει διάβασμα και είναι
χαρούμενη και έχει αγωνία να διαβάσει όλο το βιβλίο και άλλες φορές αγχώνεται
και με κοιτάει συνέχεια και ψελίζει «δε θα προλάβω» και εκεί στεναχωριέμαι που
δεν μπορώ να πάω το μικρό μου δείκτη πιο πίσω και να τη βοηθήσω να προλάβει.
Όταν είναι να κοιμηθεί, με βγάζει και με ακουμπάει σε ένα
μπαουλάκι. Λογικά, θα βγάζει και σένα, αλλά νομίζω ότι θα σε βάζει σε μια
ντουλάπα, μαζί με τα κασκόλ. Γενικότερα, φουλάρι, νομίζω ότι αν κρατάς ζεστή τη
Χριστίνα και μένα και δε σέρνεσαι ή δεν πιάνεσαι σε δέντρα και άλλα πράγματα,
τότε αυτή θα σε προσέχει και θα σε κρατήσει για πάντα. Και αυτό συμφέρει και μένα,
γιατί εδώ ψηλά, δεν έχω πολλούς φίλους και εσύ μου φαίνεσαι συμπαθητικούλα, αν
και δε μιλάς πολύ.
Ωχ... Ώρα για Δουλειά τώρα. Κάνε ησυχία και κράτα την
ζεστή.