Η διαταραχή που κανένας δε γνώριζε πριν από μόλις μερικές δεκαετίες, η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας ή ΔΕΠ-Υ, χαρακτηρίζεται από αδυναμία συγκέντρωσης, παρορμητικότητα, χαμηλά επίπεδα ανοχής στη ματαίωση και σε γενικές γραμμές, ακατάλληλη δραστηριότητα. Όλα τα παιδιά παρουσιάζουν κάποια στιγμή τα γνωρίσματα αυτά, όμως για τα παιδιά που έχουν διαγνωσθεί με ΔΕΠ-Υ, η συμπεριφορά αυτή είναι συνήθης και δυσκολεύει τη λειτουργικότητά τους στο σπίτι και το σχολείο.
Γενικά είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα παιδιά που απλώς εμφανίζουν υψηλά επίπεδα δραστηριότητας από τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ.
Οι πιο συνηθισμένες ενδείξεις της ΔΕΠ-Υ είναι:
- Διαρκής δυσκολία στην ολοκλήρωση ενός έργου, στην εφαρμογή οδηγιών και στην οργάνωση του έργου.
- Αδυναμία παρακολούθησης ενός τηλεοπτικού προγράμματος από την αρχή μέχρι το τέλος.
- Συχνές διακοπές της ροής του λόγου τών άλλων ή αδιάκοπη ομιλία.
- Τάση να αρχίζει κάτι αμέσως, χωρίς πρώτα να έχει ακούσει όλες τις οδηγίες.
- Δυσκολία στο να περιμένει ή να κάθεται ακίνητο.
- Νευρικότητα στις κινήσεις.
Επειδή δεν υπάρχει ένα απλό τεστ για την αναγνώριση της ΔΕΠ-Υ, δε γνωρίζουμε ακριβώς το ποσοστό των παιδιών που έχουν αυτή τη διαταραχή. Οι περισσότερες έρευνες υπολογίζουν ότι το ποσοστό των παιδιών κάτω των 18 μηνών με ΔΕΠ-Υ είναι περίπου 3%-7%. Μόνο ένας εκπαιδευμένος κλινικός μπορεί να προβεί σε ακριβή διάγνωση, αφού πρώτα αξιολογήσει το παιδί και πάρει συνεντεύξεις από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς.
Η θεραπεία των παιδιών με ΔΕΠ-Υ έχει αποτελέσει αντικείμενο σημαντικών διχογνωμιών μεταξύ των ειδικών. Επειδή σχετικές έρευνες έχουν βρει ότι η χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, όπως το Ritalin ή το Dexadrine (που περιέργως, είναι διεγερτικά), μπορεί να μειώσει το επίπεδο δραστηριότητας των υπερκινητικών παιδιών, πολλοί ιατροί συνταγογραφούν ελεύθερα τα σκευάσματα αυτά.
Αν και, σε πολλές περιπτώσεις, οι ουσίες αυτές είναι αποτελεσματικές, αυξάνοντας το εύρος προσοχής και τη συμμόρφωση των παιδιών, σε άλλες περιπτώσεις οι παρενέργειες (νευρικότητα, μειωμένη όρεξη, κατάθλιψη κ.τ.λ.) είναι σημαντικές και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών δεν είναι ακόμη γνωστές. Είναι επίσης, αλήθεια ότι παρόλο που αυτά τα φαρμακευτικά σκευάσματα βελτιώνουν τη σχολική επίδοση βραχυπρόθεσμα, τα ευρήματα σχετικά με το αν υπάρχει μακροπρόθεσμη βελτίωση είναι ανάμεικτα. Μάλιστα, ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι έπειτα από μερικά χρόνια, τα παιδιά που πήραν φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της ΔΕΠ-Υ δεν εμφανίζουν καλύτερες σχολικές επιδόσεις από τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ που δεν έλαβαν καμία φαρμακευτική αγωγή. Παρ'όλα αυτά, οι φαρμακευτικές ουσίες συνταγογραφούνται με συχνότητα που συνεχώς αυξάνεται.
Εκτός από τη χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών, μια διαφορετική προσέγγιση στη θεραπεία, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί εκπαιδεύονται σε τεχνικές βελτίωσης της συμπεριφοράς του παιδιού, με τη χρήση κυρίως της επιβράβευσης (όπως οι έπαινοι) για την επιθυμητή συμπεριφορά. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αυξήσουν τις δομημένες ομαδικές δραστηριότητες στην τάξη και να χρησιμοποιούν άλλες τεχνικές διαχείρισης της τάξης, για να βοηθήσουν το παιδί με ΔΕΠ-Υ, το οποίο συναντά σοβαρές δυσκολίες στη διεκπεραίωση έργων με ελλιπή δομή.
Τέλος, επειδή ορισμένες έρευνες έχουν δείξει συνάφεια ανάμεσα στη ΔΕΠ-Υ και στη διατροφή, κυρίως τη διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά οξέα και προσθετικές ουσίες, μερικές φορές συνιστάται η αλλαγή στη διατροφή. Ωστόσο, οι διατροφικές θεραπείες δεν είναι επαρκείς από μόνες τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου